παρουσιασεις βιβλιων / συνεντευξεις / ελληνικη λογοτεχνια

Συνέντευξη με τον Γιάννη Καλπούζο

Την Παρασκευή 25 Απριλίου είχαμε την τιμή και τη χαρά να γνωρίσουμε από κοντά τον συγγραφέα, στιχουργό και ποιητή, Γιάννη Καλπούζο. Παρουσίασε το τελευταίο του βιβλίο “Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου” (εκδόσεις “Ψυχογιός”) στο βιβλιοπωλείο “Το Δέντρο”.  Ήταν μια καλή ευκαιρία για την ομάδα φίλων βιβλίου “ΒΟΟΚ ΙΝ” να τους μιλήσει για το βιβλίο και για τη συγγραφή γενικότερα. Η συνέντευξη δόθηκε αποκλειστικά στην ομάδα για το blog της και για την εφημερίδα “Γνώμη”.

kalp3

Στην παρουσίαση του «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου» στο βιβλιοπωλείο» «Το Δέντρο».

Το νέο σας βιβλίο ”Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου” κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.  Γιατί επιλέξατε αυτό τον τίτλο και πώς σχετίζεται με το ομότιτλο τραγούδι;

Ο τίτλος ήρθε ως φυσική συνέχεια του περιεχομένου του μυθιστορήματος και όσων προσδοκώ να κοινωνήσει στους αναγνώστες. Μεταξύ άλλων πραγματεύεται τον έρωτα και την αγάπη, που, μέσα σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί ο εγωκεντρισμός και η ιδιοτέλεια, έρχονται να μεταβολίσουν το «δικό μου» και το κάνουν «δικό σου». Επικεντρώνοντας την προσοχή μου σ’ αυτή την πτυχή του βιβλίου, αναζητούσα μία φράση η οποία θα συμπύκνωνε το εν λόγω νόημα. Έχοντας δε γράψει πριν από δώδεκα χρόνια ο ίδιος τους στίχους του τραγουδιού, θεώρησα κατάλληλη και χρησιμοποίησα ως τίτλο την πρώτη φράση του ρεφρέν.

Η χρονική περίοδος την οποία επιλέξατε για να τοποθετήσετε την ιστορία σας παίζει κάποιο ρόλο στην πλοκή και την εξέλιξη του έργου;

Κυρίως ως υπόστρωμα πάνω στο οποίο κτίζεται το μυθιστόρημα. Ήθελα να μιλήσω για τα χρόνια μου, για όσα έζησε η γενιά μου στην περιφέρεια και στην Αθήνα, να μιλήσω για τις παθογένειες που ταλανίζουν τη σύγχρονη Ελλάδα, για τις πολλές «Ελλάδες» και για πολλές από τις αιτίες του κακού οι οποίες μας έφεραν εδώ που είμαστε σήμερα και καταντήσαμε διακονιάρηδες της Ευρώπης κι όχι μόνο. Να μιλήσω για τις αιτίες, τις οποίες εάν δεν αναλύσουμε θα περιπέσουμε ξανά στα ίδια λάθη και θα πορευόμαστε μονίμως σε έναν φαύλο κύκλο όπου θα κυριαρχούν, όπως και τώρα και επί δεκαετίες, οι κραυγές και τα συνθήματα. Καθοριστικό ρόλο παίζει και ως προς τους συμβολισμούς του, καθώς προς το τέλος του βιβλίου αποδεικνύεται ότι πολλά από όσα συμβαίνουν στις σελίδες του, όπως και οι ήρωες, κτίζουν σαν κομμάτια του παζλ μια αλληγορία για τις επιπτώσεις του εμφυλίου πολέμου στην ελληνική κοινωνία αυτά τα χρόνια, αλλά και μέχρι σήμερα.

Πότε ή πώς αποφασίσατε να γίνετε συγγραφέας;

Τυχαία περιστατικά και άνθρωποι με τους οποίους γνωρίστηκα στην πορεία της ζωής με βοήθησαν να ανακαλύψω το ταλέντο μου στη γραφή και να γιγαντωθεί η έλξη που ασκούσε πάνω μου ο λόγος. Ακολούθησαν χρόνια άσκησης και μαθητείας, απογοητεύσεις, κάποια επιτυχημένα βήματα, πείσμα κόντρα στη συντεχνιακή πρακτική πολλών από όσους ασχολούνται με το βιβλίο και σκληρή δουλειά, ενώ κατάφερα να χαλιναγωγήσω το ανυπόμονο και το απειθάρχητο του χαρακτήρα μου. Εν τέλει το 2002 αποφάσισα να γίνω συγγραφέας, αφιερώθηκα στη γραφή και πλέον αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου, με τη γλώσσα ως πρώτο μέλημά μου.

Τα βιβλία σας περιέχουν αρκετά ιστορικά στοιχεία. Πως συνηθίζετε να ερευνάτε τους τόπους και τις ιστορικές περιόδους που σας ενδιαφέρουν και πόσο χρόνο χρειάζεστε για κάθε βιβλίο σας;

Ανατρέχω σε οποιαδήποτε πηγή θα με βοηθήσει να κτίσω τη μυθοπλασία πάνω στον γεωγραφικό, στον ανθρωπολογικό και στον ηθογραφικό καμβά της εκάστοτε εποχής, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να μεταφερθεί σ’ αυτή, να κατανοήσει τους ήρωες, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τον τρόπο σκέψης τους, αλλά και να κρίνει με βάση τα μέτρα και τα σταθμά που ίσχυαν τότε κι όχι με τον τρόπο που σκεφτόμαστε σήμερα. Ανατρέχω σε περιηγητές, εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία ιστορικά, θρησκευτικά, ιατρικής, αρχιτεκτονικής, λαογραφίας, εμπορικά, κ.λπ., σε πολεμικές εκθέσεις, τραγούδια, πίνακες, γκραβούρες, φωτογραφίες, επιστολές, μνήμες που έχουν καταγράψει όσοι έζησαν τότε ή τις διηγήθηκαν σε τρίτους, επισκέπτομαι μουσεία, κάστρα, αρχοντικά, μνημεία και πόσα άλλα.

Όσο για τον χρόνο σχετίζεται και με τις ώρες που εργάζομαι καθημερινά. Για το νέο βιβλίο χρειάστηκα περίπου ένα χρόνο, δουλεύοντας τουλάχιστον για επτά μήνες 12 έως 15 ώρες κάθε μέρα. Για την Ουρανόπετρα δούλεψα δύο χρόνια, ενώ για το Ιμαρέτ και το Άγιοι και δαίμονες, καθώς είχαν πολλά κοινά στοιχεία ως προς την έρευνα, απαιτήθηκαν συνολικά τέσσερα με πέντε χρόνια. Ωστόσο το διάστημα που έγραφα αυτά τα τρία βιβλία εργαζόμουν και κανονικό ωράριο στη βιοποριστική εργασία μου και αφιέρωνα λιγότερο χρόνο καθημερινά.

Επηρεάζει η τρέχουσα κοινωνική και οικονομική κατάσταση τη συγγραφή σας;

Ο συγγραφέας ίσως επηρεάζεται πολύ περισσότερο από κάθε άλλον, ακριβώς επειδή αφουγκράζεται με μεγαλύτερη ένταση τα βάσανα του κόσμου και τα φορτώνεται σαν δικά του χρέη. Έχοντας ακονισμένες κεραίες και ευαίσθητες χορδές για κάθε τι που πληγώνει τον συνάνθρωπο, λαβώνεται βαθιά κι ο ίδιος. Επηρεάζεται η γραφή του και η καθημερινότητά του, καταστρέφεται η ατμόσφαιρα την οποία έχει ανάγκη για να δημιουργήσει και απαιτείται να καταβάλει πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια. Συναισθηματικό σφουγγάρι είναι ο καλός συγγραφέας κι απ’ όλα βάφεται, τραυματίζεται ή υψώνεται. Τραυματίζεται κι ακόμα βαθύτερα καθώς αισθάνεται την αδυναμία του να βοηθήσει. Γι’ αυτό και θέλησα με το «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου» να χαρίσω λίγο όνειρο, να γεμίσει ο αναγνώστης ψυχική ανάταση και φως μέσα από την ανάγνωση. Να λειτουργήσει σαν αισιόδοξη πνευματική πτήση κόντρα στη συναισθηματική πτώση των καιρών μας.

Τι μπορούμε να περιμένουμε από το συγγραφέα Γιάννη Καλπούζο μετά το “Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου»;

Μια από τις γοητείες της γραφής είναι και για τον ίδιο τον συγγραφέα το άγνωστο του επόμενου βήματος. Αναμένει να εκπλαγεί, να βρεθεί μπροστά στο αναπάντεχο κάλεσμα της έμπνευσης, στην ιδέα που θα τον συνεπάρει και θα τον καθηλώσει για ατέλειωτες ώρες, μέρες, μήνες και χρόνια στο γραφείο του. Η αλήθεια είναι ότι εδώ και πολύ καιρό ερευνώ για ένα θέμα, όμως το απροσδόκητο καραδοκεί και όλα μπορούν ν’ αλλάξουν πορεία. Σε κάθε περίπτωση εκείνο που μπορώ να υποσχεθώ είναι ότι κάθε φορά θα μοχθώ με όσες δυνάμεις διαθέτω για το καλύτερο αποτέλεσμα.

Ποιό βιβλίο διαβάζετε αυτή τη χρονική περίοδο και τι προτείνετε στους αναγνώστες μας;

Διαβάζω «Το τέλος του γαλάζιου ρόδου», της Ελένης Πριοβόλου.  Πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο. Προτείνω επίσης το μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού «Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο».

Πείτε μας, τι αγαπάτε και είναι δικό μας… ή και δικό σας.

Αγαπώ τη ζωή, τη γλώσσα, τις αγαθές ψυχές, τη μέθεξη της συζήτησης, έναν περίπατο στα στενά της πόλης ή στην κορυφή του βουνού, τους νομάδες των ιδεών, δυο εκφραστικά μάτια, ένα χαμόγελο, την αρμονία, το καλό τραγούδι, την ιερογλυφική γραφή των προσώπων, το καλό βιβλίο, ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, τους ωραίους πίνακες, τα γλυπτά της φύσης και των καλλιτεχνών, το θέατρο, τα παλιά καφενεία, τα παλιά αρχοντικά, την αναζήτηση και τον στοχασμό, τα μυστικά των κινήσεων, το άγγιγμα, μια ζεστή κουβέντα, μια καλημέρα, την Ελλάδα, τα μονοπάτια, το ηλιοβασίλεμα, το ξημέρωμα, το κελάρυσμα του νερού στα ρέματα, το κελάηδημα των πουλιών και των ανθρώπων, απλά, καθημερινά πράγματα, την απλότητα που μεγεθύνει το μεγαλείο της ζωής.

kalp2

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s