δικα σας εργα

Οικογενειακές διακοπές

Μια μικρή ιστορία για το καλοκαίρι, του Κ.Σ.

 

Οικογενειακές Διακοπές

(Μια επιτηδευμένη ιστορία)

 

Πήγαν λοιπόν διακοπές οικογενειακώς. Έπειτα από πολλά χρόνια. Δηλαδή, από πέρυσι το καλοκαίρι. Αυτή τη φορά μένουν σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο, όπως και το περασμένο καλοκαίρι. Όπως πάντα, όλοι μαζί ή τουλάχιστον σχεδόν όλοι μαζί: ο πατέρας με τη μητέρα στο δωμάτιο αριστερά και τα δυο αδέρφια στο δωμάτιο δεξιά, τους χωρίζει ένας τοίχος και μία εσωτερική πόρτα που ενώνει  (ή χωρίζει) τα δύο δωμάτια. Έχουν και τα δύο θέα στη θάλασσα και μπροστά υψώνονται πεύκα τόσο ψηλά που προσπερνούν τα μπαλκόνια τους. Τόσο όμορφα και λιτά τα δωμάτιά τους όσο και η οικογένεια, και σε αυτό κυριολεκτούμε: ο πατέρας αθλητικός και γοητευτικός, στα 40, γκριζομάλλης. Η μητέρα νεότερη, με ξανθά κοντά μαλλιά, αδύνατο σώμα, ντυμένη κομψά. Τα δυο αγόρια δεν είναι εντελώς παιδιά: 18 ο ένας, φοιτητής, και 20 ο άλλος, επίσης, όπως νομίζει και ο ίδιος, φοιτητής. Εκ πρώτης όψεως φυσιολογικοί και οι δύο, καλές επιδόσεις στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ, όχι τόσο καλές στο κολέγιο αλλά αυτό δεν πειράζει. Όλοι έχουν γυμνασμένα δάχτυλα ποδιών, όσο δύσκολο κι αν ακούγεται αυτό (η γυμναστική είναι κάτι στο οποίο επιμένουν οικογενειακώς περισσότερο από καθετί άλλο, γι΄αυτό και στις διακοπές πάντα κυκλοφορούν μέρα-νύχτα με μαγιό ακόμα και όταν δε βρίσκονται στην παραλία).

Το πρώτο απόγευμα, μετά από το μπάνιο στην πλαζ και το μεσημεριανό ύπνο, ο πατέρας κάθεται στο δικό του μπαλκόνι και πίνει καφέ, καπνίζοντας. Σκέφτεται έντονα δυο πράγματα. Τη δουλειά του και δύο ζόρικους πελάτες που αμφισβητούν κάθε του επένδυση, ενώ αυτός γνωρίζοντας το ρίσκο -χρόνια στο επάγγελμα- συνεχώς ανησυχεί μήπως μια μικρή αλλαγή φέρει τα πάνω-κάτω και τον κάνει να σφάλει. Ας σφάλει, δεν τον πειράζει, έχει ξαναγίνει, αλλά με τίποτα δεν πρέπει να σφάλει γι΄αυτούς τους συγκεκριμένους πελάτες. Η δεύτερη σκέψη, η μόνη του αληθινή επιθυμία, είναι η δεσποινίς Χ. που μένει στον ίδιο δρόμο με αυτούς και με την οποία έχει σχέση εδώ και τρεις μήνες. Η δεσποινίς Χ. πάντα του έκανε κοπλιμέντα στο κρεβάτι για τα γυμνασμένα δάχτυλα των ποδιών του (τα δικά της ήταν σαφώς πιο αγύμναστα).

…Εκείνη τη στιγμή ακούει την γυναίκα του να διακόπτει τη σπάνια ροή της σκέψης του: «Τι θέλεις; Γιατί δε χτυπάς πριν μπεις, θα μπορούσα να άλλαζα και να ήμουν γυμνή!» Ο μικρότερος γιος του έχει μόλις χρησιμοποιήσει την εσωτερική πόρτα και έχει μπει από το δικό του υπνοδωμάτιο στο δικό τους.

«Μη λες βλακείες! Εσύ μου είπες ότι δε χρειάζεται στο σπίτι να χτυπάμε κι ότι δεν υπάρχει λόγος να κρυβόμαστε. Λες και δε σε έχω δει γυμνή στην παραλία ή στο μπάνιο».

«Άλλο στο σπίτι, όμως! Εδώ είμαστε διακοπές!», απάντησε κοφτά και απότομα η μητέρα, λες και βιαζόταν για κάποιο λόγο να τον ξεφορτωθεί.

«Ήρθα να διαβάσω το περιοδικό στο μπαλκόνι σας, επειδή το δικό μας είναι πιο ζεστό», είπε με απόλυτη σοβαρότητα ο γιος δίχως να την κοιτάξει, και κατευθύνθηκε στο μπαλκόνι.

Η μητέρα, όπως πάντα, ήθελε η δικιά της κουβέντα να είναι και η τελευταία: «Είστε ένα μέτρο δίπλα μας, άκου εκεί, το μπαλκόνι σας είναι πιο ζεστό. Να σε άκουγε κανείς θα νόμιζε ότι το μπαλκόνι σας είναι σε άλλη χώρα».

Ο πατέρας, με το που είδε το γιο, χαμογέλασε αμήχανα και πήγε στην τηλεόραση. Παρά τις τέσσερις καρέκλες που υπήρχαν άνετα στο μπαλκόνι, ο γιος κάθισε στην καρέκλα που μόλις είχε ελευθερωθεί. Ήπιε μια γουλιά από τον ξεχασμένο καφέ του πατέρα, άφησε το περιοδικό στα γόνατα κι άρχισε να αναπολεί: Το πρώτο έτος κύλησε καλά, αν και δεν πάτησε στη σχολή. Είχε δυο κοπέλες που αγαπούσε εξίσου. Δηλαδή, και με τις δύο το κρεβάτι ήταν καλό, απλά ίσως για τη μία να είχε και κάποια καλά αισθήματα, όπως είναι όταν νοιάζεσαι για κάποιον (είχαν ένα σκύλο και ήξερε τι θα πει να νοιάζεσαι). Μαζί τους περνούσε υπέροχα πάντως, άσε που και οι δυο είχαν απίστευτα γυμνασμένα δάχτυλα ποδιών (βέβαια όχι σαν τα δικά του). Αν έπαιρνε πτυχίο, συλλογίστηκε… αλλά δυστυχώς μέχρι εκεί πρόλαβε να συλλογιστεί, μέχρι τη λέξη «πτυχίο» για την ακρίβεια, επειδή εκείνη την ώρα ήρθε η μητέρα από πάνω του, με το ωραίο χρυσόμαυρο μαγιό της, και του ζήτησε να αλλάξει θέση επειδή, όπως είπε, σε εκείνη την καρέκλα τη βόλευε καλύτερα να βάψει τα νύχια στα γυμνασμένα δάχτυλα των ποδιών της. Μπαίνει λοιπόν μέσα ο γιος και πάει να δει τηλεόραση, όπου έκπληκτος βρίσκει τον πατέρα.

Η μητέρα δεν έβαψε τα νύχια. Κι αυτό γιατί με το που κάθισε και άπλωσε το πόδι της, αυτό  της φάνηκε παράξενα ρυτιδιασμένο. Τι ήταν αυτές οι φακίδες; Και οι δυο καλύτερες τις φίλες ήταν εξίσου όμορφες. Και οι δυο ήταν απατημένες ωστόσο. Ίσως και αυτή να την απατούσε ο άντρας της, αλλά αυτό δεν την απασχολούσε γιατί ξέρει ότι ο δικός της άντρας ακόμα κι αν την απατήσει, τουλάχιστον θα είναι διακριτικός. (Εκείνη τη στιγμή ήπιε μια γουλιά από τον καφέ που είχε ξεχάσει ο γιος της, δηλαδή ο σύζυγός της). Αναλογίζεται ότι ζηλεύει λίγο την φίλη της την κα. Ψ. Μισή Σκανδιναβή, πρώην αεροσυνοδός, τώρα παντρεμένη με έναν αξιόλογο σύζυγο και η ίδια δεσμευμένη -απροκάλυπτα να τονίσουμε- με τον προσωπικό της γυμναστή. Που δεν είναι βέβαια άλλος από τον προσωπικό γυμναστή που μοιράζονται και οι τρεις φίλες. Και που οι φήμες λένε ότι συχνά πηγαίνει διακοπές με την κα. Ψ τα καλοκαίρια, στο ίδιο ξενοδοχείο μάλιστα όπου διαμένει και η κα. Ψ με το σύζυγό της. «Ανεπίτρεπτα πράγματα, αλλά είναι φίλη μου. Ας είχα εγώ φίλο το γυμναστή και δεν θα μ’ ένοιαζε καν  αν θα μ’ ακολουθούσε στις διακοπές, άλλωστε στις διακοπές περνάω καλά με τον άνδρα μου, όσο ποτέ άλλοτε», είπε από μέσα της.

Με έναν λίγο-πολύ γνωστό τρόπο, αυτές οι σκέψεις τις μητέρας σταμάτησαν στη λέξη «άλλωστε», επειδή εκείνη τη στιγμή η εσωτερική πόρτα άνοιξε με δύναμη και, τρέχοντας σχεδόν, μπήκε ο μεγάλος γιος, με τον ιδρώτα να στάζει από τους ώμους του μέχρι τα γυμνασμένα δάχτυλα των ποδιών του. Αίφνης παραπονέθηκε για τη ζέστη στο μπαλκόνι του και για την άμεση ανάγκη να καθίσει λίγο στο δικό τους που φαίνεται πιο δροσερό. Η μητέρα σηκώθηκε, και όπως μπορούμε να φανταστούμε, πήγε να δει τηλεόραση, όπου έκπληκτη είδε να βρίσκεται ήδη εκεί ο γιος της και ο σύζυγός της. Αυτή τη φορά ήταν σειρά του μεγάλου γιου να καθίσει στην καρέκλα και να ρουφήξει όσο καφέ είχε μείνει από τη μητέρα του, δηλαδή από τον αδερφό του, δηλαδή από τον πατέρα του: Είχε δυο μηχανές και έπρεπε οπωσδήποτε να πουλήσει τη μια επειδή οι γονείς του δεν θα του έδιναν χρήματα να πάρει το πιο ακριβό μοντέλο που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Έτσι, με τη νέα μηχανή, ίσως να περνούσε έστω καμιά φορά έξω από το κολέγιο, τουλάχιστον για να θυμάται που βρίσκεται και ποιο είναι, όταν τον ρωτάνε. Μετά σκέφτηκε ότι πρέπει να δει λίγη τηλεόραση μιας και είχε ήδη κουραστεί να σκέφτεται τόσο. Με έκπληξη είδε στο σαλόνι να κάθεται στον ίδιο καναπέ η μητέρα του, ο αδερφός του και ο πατέρας του.

Και έτσι καθισμένοι όπως ήταν και οι τέσσερις στον καναπέ, σηκώθηκε πρώτος ο πατέρας και δήλωσε, με όλη τη σοβαρότητα που αρμόζει, ότι πρέπει να πάει να δει τηλεόραση στο διπλανό δωμάτιο, αυτό των παιδιών του, επειδή στο δικό του έχει πολύ ζέστη, ενώ το διπλανό σαλόνι είναι πιο δροσερό.

 

Morning Sun Edward Hopper Sandways, Camber Sands Holidaymakers On The Beach At Sidmouth Devon. αρχείο λήψης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s