Book Club / Fictionista / παρουσιασεις βιβλιων / Η στηλη του Konsgaard / βιβλια που εγιναν ταινιες / διηγήματα / κριτική / ξενη λογοτεχνια

Τζον Τσίβερ, Ο Κολυμβητής – John Cheever, The Swimmer

Η Φ. Μ. και ο Κ. Σ. διάβασαν την συλλογή διηγημάτων του Τσίβερ «Ο Κολυμβητής» και την προτείνουν…

1291705_10151847239066425_30600426_n

Γράφει η Φ. Μ. 

Διαβάσαμε το διήγημα Ο Κολυμβητής από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων του Τζον Τσίβερ. Δεν είμαι γενικά ιδιαίτερα φανατική της «μικρής φόρμας» όπως αποκαλείται το διήγημα στους λογοτεχνικούς κύκλους. Όμως ήταν μια πρόκληση να διαβάσω έναν συγγραφέα που θεωρείται κλασικός σχεδόν για τους Αμερικανούς ενώ εμείς (εγώ σίγουρα) δεν τον είχαμε καν ακούσει. Και με έκανε να σκεφτώ όχι μόνο το ρόλο της μετάφρασης στη διαμόρφωση της λογοτεχνικής «παιδείας» κάποιου αλλά ακόμα περισσότερο το ρόλο των παραγόντων, ανθρώπων και οργανισμών, που αποφασίζουν, με διάφορα κάθε φορά κριτήρια από την υπερπροσφορά τίτλων που εκδίδονται κάθε χρόνο στο εξωτερικό, σε αμέτρητες γλώσσες και άπειρα λογοτεχνικά και μη είδη, ποιος θα φτάσει σε εμάς.

Επειδή θα μπορούσα να γράφω ώρες γι’ αυτό, να μιλήσω καλύτερα για το συγκεκριμένο διήγημα.  Θα  μπορούσε να είναι ένα επεισόδιο μιας καλογυρισμένης αμερικανικής σειράς. Ένα απόσπασμα ενός κεφαλαίου ενός πρώιμου Φιτζέραλντ. Μια πολυσυζητημένη στήλη στις σελίδες του New Yorker. Α «slice of life» piece.

Ο ήρωας, γεμάτος χαρά για τη ζωή και ευεξία ένα ηλιόλουστο μεσημέρι του μεσοκαλόκαιρου αποφασίζει να επιστρέψει στο σπίτι του σε κάποιο αμερικανικό προάστιο όχι από το δρόμο αλλά κολυμπώντας από πισίνα σε πισίνα μέχρι να φτάσει στον προορισμό του. Μέσα από το «ταξίδι» του αυτό, που είναι ταυτόχρονα και ένα είδος σιωπηλού προσωπικού στοιχήματος, ο συγγραφέας μιλάει για τη ματαίωση, τις ψευδαισθήσεις, τα ψέματα που λέμε στον εαυτό μας μέχρι να τα πιστέψουμε, τις σχέσεις μας με τους γύρω μας που δεν είναι ποτέ μονόπλευρες, τις αντοχές μας και την αυτογνωσία.

Ο Τσίβερ έχει βραβευθεί με Πούλιτζερ, National Books Award, National Book Critics Circle Award και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς λογοτέχνες του 20ού αιώνα ενώ τον έχουν αποκαλέσει Οβίδιο αλλά και Τσέχωφ των προαστίων.

Για κάποιο λόγο μου φέρνει στο μυαλό επίμονα και ανεξήγητα στίχους όπως «απ’ τις σιωπές ερειπωμένων μητροπόλεων» από το ποίημα της Τζένης Μαστοράκη, Οι Βουτηχτές:

Τα “πάρεξ να σε ιδώ, καλέ μου”, τα κρυφομιλήματα, μέσ’ από δύσκολους καιρούς σωσμένα λόγια των εξορκισμών, τις σιγανές πατημασιές, τα ποιήματα, απόπειρες αγνοουμένων προ πολλού,

να τ’ ανασύρεις όλα απ’ τα βαθιά, από μεγάλα σκότη, ανέπαφα, απ’ τις σιωπές ερειπωμένων μητροπόλεων, την άλωση, τη θεομηνία, τη ρομφαία: όπως τροπαιοφόρος βουτηχτής βαραίνει στ’ άπατα, ή ευπατρίδες πελεκάν την ώρια κόρη, κι ο πιο καλύτερος τής παίρνει το κεφάλι.

Για να γυρνάς, και να ’ρχεσαι, και να μιλάς, λόγια σπουδαίων ειδυλλίων που ήταν μια φορά, ίχνη λαμπρών καρατομήσεων, τα “σε φιλώ”, αχ πόσο σε φιλώ, το δήγμα επίχρυσο, επιτέλους, απ’ το χρόνο.

Αλλά ακόμα περισσότερο τον αγαπημένο μου πρίγκιπα, Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου:

Ούτε ένα σχήμα καραβιού στο αχνιστό απομεσήμερο. Η αντικρινή στεριά

και ο ήλιος να χορεύει στις βεράντες του Saint George Hotel. Όλα είναι έτοιμα

τα φρούτα στον πάγο, τα σερβίτσια ανέγγιχτα

και οι λέξεις κομψά ταιριασμένες σε μιαν ανύπαρκτη σχέση. Αργότερα μένει

το μαλακό φως και το τρεμούλιασμα του αέρα στη νύχτα

το φέγγος πίσω απ’ τα μάτια σου στον άλλο ουρανό.

«Κόρινθος», από τη συγκεντρωτική έκδοση Ο Δύσκολος Θάνατος

***

1289996_10151847239071425_704178582_n

Γράφει ο Κ. Σ.

Ο κολυμβητής του Τσίβερ είναι φαινομενικά αξιοζήλευτος. Αν και δεν είναι νέος, έχει αθλητικό σώμα, είναι γοητευτικός και συμπεριφέρεται σαν νέος. Μπορεί και πίνει πολύ, κάνει βουτιές από τη μια άκρη της πισίνας μέχρι την άλλη, διασχίζει κήπους και εξοχικά μόνο με το μαγιό, βουτώντας εντωμεταξύ σε όποια πισίνα μπει, εξακολουθεί να πίνει όταν του προσφέρουν ποτά… Και όλο αυτό το ταξίδι με προορισμό το σπίτι του, ένα ταξίδι όπου συναντά γνωστούς-αγνώστους, γείτονες και συγγενείς και όπου ο χρόνος κυλάει πέρα από το φυσιολογικό: φύλλα αλλάζουν χρώμα, το σκοτάδι πέφτει σταδιακά, ο καιρός γίνεται πιο κρύος και ό ίδιος νιώθει ολοένα και πιο διαφορετικά.

Άκρως αλληγορική λοιπόν η πιο γνωστή ιστορία του Τσίβερ, Αμερικανού συγραφέα για τον οποίο λίγοι γνώριζαν στη χώρα μας πριν από την πρόσφατη έκδοση του Κολυμβητή από τις εκδ. Καστανιώτη. Οι ιστορίες του, δοσμένες με άμεσο τρόπο, χωρίς περιττά λόγια και περιγραφές, με κοφτούς, σύντομους διαλόγους, διηγούνται με τον πιο απλό τρόπο τις ζωές των λευκών Αμερικανών της ανώτερης αστικής τάξης που μένουν στα προάστια. Τα μοτίβα του: το αλκοόλ, τα σπίτια και τα υλικά αγαθά, ο τρόπος ζωής και το στυλ στα προάστια.

Πρόκεται για διηγήματα με κάποιο ενδιαφέρον, από τα καλά δείγματα της Αμερικανικής λογοτεχνίας, που διαβάζονται ευχάριστα και μέσα από την αλληγορία και αρκετή φαντασία θέτουν αρκετά ζητήματα για σκέψη, κυρίως όσον αφορά την αδυναμία επικοινωνίας στις διαπροσωπικές σχέσεις, την αδυναμη πλευρά της ειλικρίνειας. Θυμίζουν πίνακες του Χόπερ, ενώ έχουν τη μυρωδιά φρεσκοκουρεμένου γκαζόν και τζιν με λάιμ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s