Book Club / παρουσιασεις βιβλιων / βιβλια που εγιναν ταινιες / κριτική / ξενη λογοτεχνια

Το Στρίψιμο της Βίδας

Η Φ. Μ. και ο Κ. Σ. διάβασαν την κλασική νουβέλα του Χένρι Τζέιμς και παραθέτουν τις απόψεις τους.

turn-of-the-screw-cover-detail

Η Φ. Μ. έχει να πει:

Ο Χένρι Τζέιμς με στοιχειώνει εδώ και χρόνια. Είτε από το πανεπιστήμιο, όταν το Στρίψιμο της Βίδας ήταν ένα από τα πιο βασικά κείμενα του μοντερνισμού είτε από την απόπειρα μετάφρασης κάποιων αποσπασμάτων των Πρεσβευτών (The Ambassadors), η γραφή του με φόβιζε τόσο στο διάβασμα όσο και στη μετάφραση με τις ατέλειωτες προτάσεις και τις διφορούμενες λέξεις της.  Έχοντας αφήσει ένα μεγάλο κενό από την τελευταία μου επαφή μαζί του, ξεκίνησα το διάβασμα αυτής της νουβέλας με ελάχιστη προκατάληψη αλλά αποφασισμένη να την ολοκληρώσω επιτέλους.

Η ιστορία είναι απλή, σχεδόν τυπική: μια νεαρή γκουβερνάντα της οποίας το όνομα δε μαθαίνουμε (λέγε με… Τζέην;) πηγαίνει στην αγγλική επαρχία για να φροντίσει δυο ορφανά παιδιά, σε ένα υπέροχο βικτοριανό σπίτι, με μόνη εντολή να μην ενοχλήσει για κανένα λόγο τον (γοητευτικό και πάμπλουτο) κηδεμόνα των παιδιών. Μετά την ειδυλλιακή πρώτη εντύπωση, όμως, αρχίζουν  να κάνουν την εμφάνισή τους διάφορα παράξενα περιστατικά, τύπου mad woman in the attic…

Νομίζω ότι το έργο περιέχει εξ αρχής ένα οξύμωρο και ένα δίλημμα: αν υπάρχουν φαντάσματα, η γκουβερνάντα είναι υγιής και λογική (όσο λογική μπορεί να είναι πιστεύοντας στα φαντάσματα) και κάνει ό,τι μπορεί για να προστατεύσει τα παιδιά υπό τη φροντίδα της…

…αν δεν υπάρχουν, πάσχει από κάποια ψυχική διαταραχή (ας μας διαφωτίσουν οι φροϋδιστές ή ίσως και οι πολέμιοί τους) και η συμπεριφορά της είναι που προκαλεί τον εκνευρισμό και το φόβο της οικονόμου αλλά και την υστερία της Φλόρα και την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Μάιλς.

Mήπως το κείμενο είναι όμως σε δεύτερη ανάγνωση μια σπουδή στην ψυχολογία του αγγλοσαξονικού δεκάτου ενάτου αιώνα, ένα έργο «θησαυρός» για τους οπαδούς της ψυχαναλυτικής κριτικής της λογοτεχνίας: ένα παράδειγμα είναι το ότι η πρώτη εμφάνιση του φαντάσματος γίνεται τη στιγμή που η καταπιεσμένη κόρη εφημερίου ονειροπολεί σχετικά με τον εργοδότη της ή με έναν άντρα που θα ολοκληρώσει με την παρουσία και την τρυφερότητά του το ειδυλλιακό τοπίο και τις συνθήκες εργασίας της.  Ξαφνικά τον βλέπει ως Κουίντ – ο οποίος όμως  είναι ένας άντρας «φρικτός», «a horror» σύμφωνα με την κ. Γκρόσνερ και έτσι βλέπουμε τη φωνή της λογικής/κοινωνίας  να καταδικάζει τη ρομαντική διάθεσή της νεαρής ηρωίδας.

Πάντως, όπως και να έχει, ο Τζέιμς φαίνεται να κλείνει συχνά το μάτι στον αναγνώστη διαψεύδοντας την ίδια του τη ρήση που ήθελε αυτό το βιβλίο «απλώς μια ιστορία τρόμου» ήδη από την εισαγωγή. Με μια υπόγεια ειρωνεία σχετικά με τους τους ακροατές που περίμεναν με αδημονία να ακούσουν την ιστορία αλλά και τον αφηγητή-συγγραφέα που στέλνει να του φέρουν από το Λονδίνο το χειρόγραφο παρόλο που θυμάται το περιεχόμενό του, σχολιάζει εμμέσως το πόσα πράγματα είμαστε διατεθειμένοι να πιστέψουμε ή να αγνοήσουμε προκειμένου να βυθιστούμε σε μια ιστορία ή μία αφήγηση.

Άλλωστε, το πιο ωραίο σ’ αυτό το κείμενο πιστεύω πως είναι, πέρα από την πραγματικά εντυπωσιακή πρόζα του Τζέιμς ή ίσως χάρη σε αυτή, το πως όποια εκδοχή και αν επιλέξουμε, ο συγγραφέας κατορθώνει να δημιουργήσει μια ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα γοτθικού τρόμου είτε αυτός προέρχεται από μια πραγματική και απτή απειλή είτε βρίσκεται ριζωμένος στα ανεξερεύνητα βάθη του ανθρώπινου νου.

The_Turn_of_The_Screw_by_CanonFodder

Ο Κ. Σ. για το ίδιο βιβλίο:

Έχοντας διαβάσει αρκετό X. Τζέιμς, «Το Στρίψιμο της Βίδας» ήταν ένα βιβλίο που άφησα για το τέλος σκόπιμα: η γραφή του με δυσκόλευε, απαιτούσε απόλυτη συγκέντρωση και ησυχία, περισσότερα από άλλα του βιβλία (πόσο μάλλον όταν το διάβασα στα αγγλικά). Κι αυτό γιατί δεν αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα του συγγραφέα, και ούτε είναι το καλύτερο του έργο, μια και πρόκειται για νουβέλα, γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο (σε σχέση με τα ογκώδη μυθιστορήματα που τον έχουν καθιερώσει, γραμμένα στο τρίτο πρόσωπο). Θα έλεγα ότι αν τα μεγάλα μυθιστορήματά του θυμίζουν συμφωνίες, το «Το Στρίψιμο της Βίδας» είναι ένα κουαρτέτο εγχόρδων, και μάλιστα ένα θαυμαστό κουαρτέτο.

Πιο συγκεκριμένα, τώρα, για το βιβλίο, η ιστορία είναι λίγο-πολύ γνωστή: μια γκουβερνάντα αναλαμβάνει τη φροντίδα δύο παιδιών (ενός αγοριού και ενός κοριτσιού που έχουν μείνει ορφανά) σε μία έπαυλη στο ;Eσσεξ της Αγγλίας. Την ευθύνη για τα παιδιά φέρει ο θείος τους που μένει στο Λονδίνο και ο οποίος ξεκαθαρίζει ότι δεν θέλει να έχει πολλά πάρε-δώσε με την γκουβερνάντα και τα παιδιά. Και τα δύο παιδιά παρουσιάζονται, μέσα από την αφήγηση της γκουβερνάντας, ως δύο πανέμορφα αγγελούδια και το μέρος μοιάζει ειδυλλιακό: η έπαυλη με το μεγάλο κήπο, τους δύο πύργους της, την λίμνη με τη βάρκα, το γειτονικό μικρό χωριό με την εκκλησία του, την απόλυτη ησυχία… Τη μαγεία του σκηνικού, ωστόσο, διακόπτουν διάφορα περίεργα. Η γκουβερνάντα αρχίζει να βλέπει φαντάσματα και, μαζί με την οικονόμο του σπιτιού, προσπαθεί να καταλάβει τη σχέση που έχουν αυτές οι οπτασίες με τα παιδιά.

Αν και ο Χ. Τζέημς χαρακτήρισε τη νουβέλα κατά τη δημοσίευσή της ως ιστορία φαντασμάτων, ο χαρακτηρισμός αυτός άρχισε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο να αναιρείται από πολλούς και το έργο έχει έκτοτε περάσει από πολλές κριτικές και αναλύσεις. Ο λόγος; Η αμφισημία στην αφήγηση της γκουβερνάντας. Πρόκειται για μία αφήγηση χειμαρρώδη, σε ποσότητα μόνο, μιας και η πλοκή ξεδιπλώνεται αργά και με απίστευτη λεπτομέρεια. Πολύπλοκο λεξιλόγιο και πολυσύνθετες προτάσεις που φαίνονται να μην τελειώνουν, χωρίς ουσιαστικά να διασαφηνίζουν κάτι. Πράγματι, όλα στο βιβλίο φαίνονται να σκεπάζονται από ένα πέπλο ομίχλης: οι διάλογοι δεν θα μπορούσαν να είναι πιο ασαφείς και διφορούμενοι. Η νουβέλα έχει μία κλιμάκωση που φαίνεται να αναιρεί το τι μπορεί να πιστεύουν αρκετοί μέχρι τότε, ενώ λίγες σελίδες αργότερα τελειώνει απότομα με μία δήλωση ενός από τους χαρακτήρες που σε προβληματίζει ακόμα κι όταν έχεις κλείσει το βιβλίο και σε αφήνει στη προσωπική σου κρίση για την ερμηνεία της ιστορίας…

Αν, λοιπόν, το βιβλίο μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να ερμηνεύεται και να επανερμηνεύεται, αυτό του δίνει μια ζωντάνια που το κάνει να ξεχωρίζει από άλλες ιστορίες γοτθικού τρόμου. Μπορεί ο κάθε κριτικός να έχει τη δική του άποψη, κι εκεί βρίσκεται και η μαγεία του βιβλίου. Στην πυκνή, όλο υπονοούμενα γλώσσα του και στον τρόπο που ο συγγραφέας καταφέρνει να αποδώσει τη σιωπή λες και μερικές στιγμές παγώνουν στην αιωνιότητα: ένα βλέμμα που κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει πόσο (και αν) κράτησε ή ένα κερί που σβήνει βυθίζοντας τα πάντα στο σκοτάδι.

Τέτοια είναι η μαεστρία του Χένρι Τζέιμς που το βιβλίο σαφώς και δεν θα το πρότεινα στον καθένα: αν κάποιος κουράζεται με μακρόσυρτες, ασαφείς προτάσεις και διαλόγους, με εξίσoυ μακροσκελείς περιγραφές καταστάσεων, κι αν κάποιος θέλει να διαβάσει απλά μία ιστορία μυστηρίου, μάλλον θα απογοητευτεί. Οι υπόλοιποι, θα απολαύσετε μία διαχρονική, καλογραμμένη νουβέλα, με βαθιές ψυχολογικές προεκτάσεις, από έναν ξεχωριστό συγγραφέα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s