δικα σας εργα / ελληνικη λογοτεχνια

Ο Αντιστρέψιμος Πίνακας

Μία μικρή ιστορία του Κ. Σ.  view (1)

ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΜΠΟΡΕΙ κάποιες φορές και γίνεται φίλος και παρηγοριά, αποκτώντας τις ιδιότητες για τις οποίες φημίζεται κυρίως η φωτιά στο τζάκι, ιδιότητες ιδιαίτερα ποθητές στους μοναχικούς ανθρώπους και τους ηλικιωμένους. Τι παράξενο αυτά τα αντίθετα στοιχεία να προσδίδουν την ίδια ψυχική ανάταση αναρωτήθηκε κι αυτός εκείνη τη στιγμή, μιας και είχε το χιόνι σύντροφο του, μέρες τώρα στο δύσκολο ταξίδι του και ένιωθε τις μπότες του να βυθίζονται βαθιά μέσα σ’ αυτό καθώς πλησίαζε τον φράχτη της αυλής. Απέναντί του το παλιό ξύλινο σπίτι φαινόταν πιο κατάκοπο από τον ίδιο, οι κουρτίνες τραβηγμένες, τα μεγάλα παράθυρα κλειστά, η καμινάδα άχνιζε άσπρο πυκνό καπνό που δεν ξεχώριζε διόλου από το χρώμα που είχαν τα σύννεφα, σε σημείο που αν με το βλέμμα σου ακολουθούσες την πορεία του για μερικά μόνο δευτερόλεπτα, ξεχνούσες ποιο ήταν το σύννεφο και ποιος ο καπνός, πού ξεκινά το ένα και πού παίρνει τη θέση του το άλλο. Έτσι εύκολα μπορούσες και αποπροσανατολιζόσουν τις βαριές μέρες του χειμώνα σε αυτούς τους τόπους… Δύο κορυδαλλοί, ο ένας δίπλα στον άλλον, κάθονταν στο υψηλότερο σημείο της στέγης, και πιο κάτω το ψύχος και η παγωνιά είχαν σχηματίσει μικρούς κρυσταλλικούς σταλακτίτες στις άκρες της σκεπής. Φαίνεται ότι το ένα από τα δύο πουλιά -ίσως το πιο αδιάφορο, ίσως το πιο θαρραλέο-  παρέμεινε στη θέση του όταν η Λάικα, το γκριζόλευκο χάσκι, έτρεξε προς το μέρος του.

    «Λαααικαααααα!!!», φώναξε με μια φωνή που όποιος την άκουγε εκείνη τη στιγμή θα νόμιζε ότι έρχεται από τα έγκατα της γης, από κάποιο χαμένο σπήλαιο, ταλαιπωρημένη και λυτρωτική ταυτόχρονα. Δώδεκα χρόνια είχε να την δει.

     Τέτοια ήταν η χαρά του ζώου που με αλλοφροσύνη έτρεχε προς το μέρος του, χωρίς καν να σταματήσει. Με τη φόρα που όρμησε έσπρωξε την πόρτα, η οποία, τρίζοντας, χτύπησε με δύναμη τον φράχτη και το ζώο βρέθηκε μεμιάς στην αγκαλιά του με τον ποιο αυθόρμητα χορογραφημένο τρόπο: ο ίδιος γονάτισε πρώτος (ή τον γονάτισε η συγκίνηση;) και ο σκύλος βρέθηκε με τα δυο μπροστινά του πόδια πάνω στους ώμους του.

    «Λάικα!», ψιθύρισε αυτή  τη φορά με αναφιλητά. Κοίταξε τον παλιό του φίλο στο πρόσωπο, αναγκάστηκε να τον κρατάει από το λαιμό προς τα πίσω γιατί το σκυλί δεν έλεγε να σταματήσει με λυγμούς να τον γλείφει παντού. Τα μάτια της Λάικα ήταν μεγάλα και υγρά, δεν τον κοιτούσαν απλά, αλλά προσπαθούσαν με ένα απόκοσμο βλέμμα να του πούνε τόσα πράγματα, να καταλάβουν αν είναι αλήθεια αυτό που βλέπουν – γιατί και μερικά ζώα πιθανόν να έχουν τέτοιες ανησυχίες που δεν γνωρίζουμε.

    Και τα δικά του μάτια είχαν δάκρυα και, μαζί με τα χνώτα της Λάικα, ένιωσε το πρόσωπό του επιτέλους να ζεσταίνεται. «Λάικα…», είπε γι’ άλλη μια φορά και τότε είδε την γιαγιά, που εντωμεταξύ είχε ανοίξει την πόρτα, να τους πλησιάζει. Σταμάτησε λίγα μέτρα μόνο μακριά τους παρατηρώντας με αναγνώριση, διόλου αινιγματικά, τον εγγονό της έπειτα από τόσα χρόνια, γονατισμένο με τον σκύλο στην αγκαλιά. Πήρε το μαντίλι της και έκρυψε το στόμα της. Σαν σε μυστική συναγωγή, χωρίς να μιλάνε κοιτάζονταν οι τρεις τους, διατηρώντας μία μυστική επικοινωνία. Γνώριζαν ότι ο σκοπός αυτής της επανένωσης δεν ήταν για καλό -πότε άλλωστε οι ύστατοι χαιρετισμού ήταν για καλό;-, ήξεραν ότι και οι τρεις ήταν πλέον μόνοι: η γιαγιά χήρα δυο ημερών, έπειτα από τόσα ευτυχισμένα αλλά δύσκολα χρόνια, η Λάικα χωρίς το αφεντικό που την είχε δίπλα του πάντα και ο ίδιος… ο ίδιος μόνος όπως και να ΄χε…

    Δεν χρειάστηκε να πει κανείς τίποτα για τα επόμενα λεπτά που ακολούθησαν. Μόνο χάδια, αγγίγματα και αγκαλιές και κυρίως τα βλέμματα αυτά τα γεμάτα, όχι με σιωπή, αλλά με μία συμπόνια και θρησκευτική ευλάβεια  που έμοιαζε (και ίσως να κατάφερνε) να ξεπερνά αυτή την πραγματικότητα: αυτό επιβεβαιωνόταν με μία σκέψη που έκανε ο ίδιος εκείνη τη στιγμή (ή και όλοι ταυτόχρονα κι ας μην το συνειδητοποιούσαν): ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν η έκφραση του προσώπου μιλάει πάντα την ίδια γλώσσα κι ας έχουν αλλοιωθεί τα χαρακτηριστικά, το δέρμα ας έχει ρυτιδώσει, τα μάτια ας έχουν χάσει τη γυαλάδα. Όλα τόσο διαφορετικά-ίδια, λες και ο χρόνος παγώνει συνεχίζοντας, κι αν είναι αλήθεια αυτό, τότε θα μπορούσαμε να τους δούμε και τους τρεις τώρα πως στέκονταν στον χώρο, στα γόνατα μερικοί, άλλοι όρθιοι, με οποιονδήποτε τρόπο, στο κάτασπρο τοπίο, με τα λίγα πτηνά να ακούγονται δειλά και μόνο οι ανάσες και τα χνώτα να προσδίδουν μία κίνηση. Kαι θα ήταν σαν να βλέπαμε έναν φλαμανδικό πίνακα αναγέννησης, τον οποίο κάποιο παιδί κάποτε ανακαλύπτει σε μία ξεχασμένη σοφίτα και του ανακαλεί συναισθήματα μιας ζωής που δεν έχει ζήσει ακόμα, αλλά που ταυτόχρονα του είναι τόσο οικεία, λες και ο πίνακας αυτός, αν τον αντιστρέψει, θα έχει έναν θαμπό καθρέφτη από πίσω, που θα κάνει το μικρό παιδί να μελαγχολεί και να νιώθει ένα γλυκά απροσδιόριστο σκίρτημα ψυχής στην πρώτη του αντανάκλαση.

Πίνακας:

Pieter the Elder Bruegel, Winter Landscape with Skaters and a Bird Trap (detail), (1565).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s